Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

ΠΑΤΗΡ ΑΝΑΝΙΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΚΗ ΑΔΙΚΙΑ




Ξέρετε, λίγο πριν έρθουμε, συζητούσαμε με έναν κύριο που μας έφερε εδώ, έναν οδηγό ταξί, για την οικονομική κρίση που διανύουμε. Μας ανέφερε ότι είναι δύσκολα  τα πράγματα και ότι όλοι περνούν πολύ δύσκολα αυτή την περίοδο. Έχουμε παρατηρήσει ότι με όποιον και να μιλήσουμε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, ακούμε να λέει τη φράση: «Δύσκολα, πολύ δύσκολα». Εδώ τι μπορεί να πει - Εκκλησία; Πώς μπορεί να το κάνει αυτό λίγο πιο εύκολο;

Η κρίση εν πολλοίς είναι φτιαχτή. Πάντοτε η ανθρωπότητα είχε κρίση. Από τότε που μπήκε ο Χριστός εδώ και έκρινε τον κόσμο και τον έβγαλε ανάξιο, η κρίση είναι μεγαλύτερη. Αλλά έχει την εξής ευλογία αυτή η κρίση: να στέλνει ανθρώπους τον Ναζωραίο. Γιατί κουράζονται από όλα... Απελπίζονται από όλα, χορταίνουν από όλα -με όποια έννοια θέλετε, πάρτε το- και μετά γυρίζουν στον Ναζωραίο οι καλοπροαίρετοι. Κάπου πρέπει να πάνε. Γιατί από κάπου ερχόμαστε και κάπου πηγαίνουμε. Λοιπόν, αφού ερχόμαστε από τον Θεό και στον Θεό πάμε, γι’ αυτό έλεγαν <αι οι αρχαίοι ημών πρόγονοι: «Εκ Θεού τε άρχεσθαι, και εις Θεόν άναπαύεσθαι». «Να αρχίζετε με τον Θεό και να τελειώνετε με τον Θεό». Και όπως λέει και ο Καζαντζάκης: • Καλή πραμάτεια ο Θεός, τελειωμό δεν έχει». Καλό πράγμα, πραγματικότητα δηλαδή. Λυτή είναι η πραγματικότητα. Αυτά τα επιστρέφει, πιστεύω, ο Θεός και εμείς κάνουμε και τον κανόνα μας. Τόσα χρόνια περνάγαμε καλά. Πρέπει κάποιος να πληρώσει τον... λογαριασμό.

(Γέλια δημοσιογράφων)

Εμείς το πληρώνουμε. Οι μικρότεροι πάντα πληρώνουν τον λογαριασμό. Μας κάνει και καλό. Άμα έχεις μάθει να περιορίζεις τις ανάγκες σου στο ελάχιστο δυνατό, δεν καταλαβαίνεις κρίση. Εγώ, να σας εξομολογηθώ κάτι που είπα και το πρωί στην εκκλησία. Δεν συνάντησα την κρίση σε καμία στιγμή των ημερών αυτών.

Επειδή ζείτε λιτά.

Έχω περιορίσει τις ανάγκες μου στο ελάχιστο. Με 5€ και μόνος μου που είμαι, περνάω. Θα πάρω εφημερίδα, ψωμάκι κ.λπ. και θα την περάσω. Και αυτό το κάνω όλη μου την ζωή, όχι μόνο τώρα. Πενήντα χρόνια που είμαι παπάς. Έχω κάνει πρόβα, και Κατοχής αλλά και κρίσης• πρόβα GENERALE , οπότε πάει καλά η υπόθεση. Πρέπει και εμείς να κάνουμε αυτό που μας λέει η Εκκλησία. Να ζούμε με εγκράτεια. Όπου η εγκράτεια δεν είναι κάτι το δύσκολο ή το απεχθές. Είναι κράτος μέσα μας. Να οδηγούμε, να κυριαρχούμε πάνω στον εαυτό μας αλλά και να πειθαρχούμε. «Πείθομαι» και «άρχω». Είναι καλή λέξη η λέξη «πειθώ». Ο άγιος Νεκτάριος λέει ότι το μόνο όπλο που έχει η Εκκλησία είναι η πειθώ, από την οποία λέξη βγαίνει η πίστη. Δεν έχει άλλο όπλο η Εκκλησία ούτε να σου επιβάλλει ούτε τίποτα. Διαπιστώνουμε μετά εκ των πραγμάτων ότι αυτό που λέει η Εκκλησία είναι το καλύτερο. Ένα παράδειγμα είναι η παραβολή με τον άσωτο υιό που τον άφησε ο πατέρας του λέγοντάς του να πάει να περάσει καλά. Έτσι και εμείς, που γυρίζουμε όταν δυσκολευτούμε από κάπου, εκεί όπου έχουμε περάσει καλά, ξαναπάμε. Εκείνος πού πέρασε καλά; Στον πατέρα Του. Εκείνος, μετά την πτώση και μετά από όλα αυτά που είχε περάσει, γύρισε στον πατέρα Του. Έτσι και ο άνθρωπος γυρίζει στον Θεό. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, γιατί προέρχεται από Αυτόν. Ακόμη και οι αρχαίοι φιλόσοφοι αυτό έλεγαν: «τού γάρ και γένος έσμέν», που αναφέρει ο απόστολος Παύλος στην ετυμηγορία του στον Άρειο Πάγο (17ο κεφάλαιο, Πράξεις).  Προερχόμεθα από τον Θεό, καταγόμεθα από τον Θεό, είμεθα η γενιά του, οπότε πάντα θα μας απασχολεί. Το πρόβλημα του ανθρώπου ήταν πάντα το πρόβλημα του Θεού. Τα άλλα όλα είναι ψευδοπροβλήματα.

Είμαστε λίγο άσωτοι υιοί;

Είμαστε άσωτοι. Και η ασωτία καμιά φορά γίνεται προνόμιο. Διότι σε φέρνει στο αμήν, και ένας καλοπροαίρετος γυρίζει πάλι στον Θεό. Ο κακοπροαίρετος φτάνει στο αθλιότερο σκαλοπάτι του κακού και πέφτει στην άβυσσο, ενώ ο καλοπροαίρετος ανεβαίνει πάλι από εκεί που κατέβηκε και αρχίζει πάλι να δοξάζει. Αυτός είναι ο άνθρωπος. Εγώ που είμαι πενήντα χρόνια παπάς, έχω δει τόσα και τόσα. Ψυχούλες είναι. «Αεί παϊδες», όπως λέγανε οι ιερείς της Αιγύπτου για τους Ελληνες. «Έλληνες άει παιδες». Είναι προνόμιο και το δίνει και ο Χριστός. Γιατί το παιδάκι και ξεχνάει εύκολα και εμπιστεύεται εύκολα και ενώ τα παιδιά τσακώνονται μεταξύ τους, μετά παίζουν σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Ενώ εμείς «κρατάμε». Τι «κρατάμε»; Να γελάει κανείς... Είμαστε «σοβαροί» σαν κάτι να συμβαίνει. Τι συμβαίνει; Τίποτα. Το αφήνουμε αυτό στην άκρη και πάμε παρακάτω. Το καλό κρατάμε. Στην Εκκλησία περισσεύει μόνο το καλό αφού σταυρώθηκε ο Χριστός και ανέβηκε• το καλό περισσεύει. Τίποτα άλλο. Μόνο το καλό μπορούμε να κάνουμε μετά την Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού. Αν παρεκβατικά μπούμε στο κακό, να βγαίνουμε αμέσως. Αυτό είναι η μετάνοια. Δεν μας συμφέρει να μπούμε στο σκοτάδι και να βρεθούμε στο κακό, όχι, με καμία κυβέρνηση. Δεν βγαίνει• υποφέρει και η ψυχή μας. Όπως λένε και οι Πατέρες αλλά και οι νεότεροι ερευνητές: «Εάν έχεις κάνει ένα κακό, μαλώνεις με κάποιον και κοιμηθείς μαλωμένος, αυτό επιδρά επάνω σου και ψυχικά και σωματικά».

Γι` αυτό έλεγε ο απόστολος Παύλος: «ό ήλιος μή έπιδυέτω έπι τω παροργισμω ύμών (Πρός Εφεσίους)». «Να μην πέφτει ο ήλιος και να είστε μαλωμένοι, συγχυσμένοι, παροργισμένοι. Να τα φτιάχνετε». Άνθρωποι είμαστε, και θα μαλώσουμε, θα πούμε και κάτι, θα εξομολογηθούμε και γκρινιαχτά. Όπως έλεγε ο άγιος Πορφύριος: «Αν τσακώνονται δύο, μην τους εμποδίζεις. Κάτσε εκεί μόνο και φρόντισε να μην σκοτωθούν». «Γιατί, παππούλη;» του λέω. «Γιατί εξομολογούνται “γκρινιαχτά”. Αλλιώς δεν μπορούν να τα πουν αυτά άμα δεν θυμώσουν (γέλια)». Τα λένε, και είναι σπουδαία πράγματα. Ωφελείται κανείς, γιατί η εξομολόγηση είναι φως. «Άστραψε φως και γνώρισε ο νιος τον εαυτό του». Είναι μεγάλο πράγμα η εξομολόγηση. Όπου ,φανερώνεσαι, βγαίνει το φως. Το κακό θέλει να κρατήσει μέσα μας ό,τι έχει, ό,τι κληρονόμησε από εμάς, να μην τα βγάλουμε. Να μην πούμε. Αν τα πούμε, τότε έχασε! Γι αυτό τους αφήνεις εδώ, να εξομολογηθούνε μυστηριακά.

Να εξομολογηθούν στην τηλεόραση κ.λπ. όντως κάποιοι εξομολογούνται. Αυτό δεν πιάνει όμως. Αντίθετα, τους φορτώνει και περισσότερο. Αλλά να εξομολογηθείς μυστηριακά, στον Θεό ~ου. Γιατί ο πιστός που πάει στον παπά και εξομολογείται, δεν εξομολογείται στον παπά. Ο παπάς είναι μάρτυς. Στον Θεό εξομολογείται. Ο παπάς είναι μάρτυς αυτής της πράξεως. Διαβάζει την ευχή και τον συγχωρεί στο όνομα του Χριστού. Να φεύγει βεβαιωμένος ότι η Εκκλησία παρέχει την βεβαιότητα για ό,τι κάνει. Γιατί τον άνθρωπο μετά την πτώση τον τρώει η αβεβαιότητα, η αγωνία, το άγχος.

 Μπήκε μία «κρεμάλα» και συνεχίζει και τον κυνηγάει. Έτσι λοιπόν και με την κρίση. Για να επανέλθουμε από εκεί που ξεκινήσαμε. Η κρίση ήταν πάντοτε. «Νϋν κρίσις εστί τού κόσμου τούτου» λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Αυτή είναι η κρίση. Η οποία είναι προνόμιο για τους καλούς ανθρώπους στην ουσία. Διότι καταλαβαίνουν. Πληρώνουν καμιά φορά το σφάλμα και διορθώνονται. Δεν ακουμπάνε πολύ σε αυτά τα επίγεια μεγέθη. Ακουμπάνε στον Θεό, γιατί σου λένε ότι δεν βγαίνει εδώ και την... πατάμε. Ας πάμε πάλι στο αφεντικό και επιστρέφουν πάλι στον αφέντη, τον Χριστό.

Ο Χριστός είναι και αφέντης και δούλος. Είναι αφέντης γιατί είναι δούλος και είναι δούλος γιατί είναι αφέντης. Έλαβε δούλου μορφή ο Χριστός.
Ένας ασκητής αγιορείτης έλεγε: «Εγώ έχω τον καλύτερο υποτακτικό». Και τον ρωτούσαν οι άλλοι να μάθουν ποιος είναι. Αυτός τους ανέφερε ότι σε ό,τι του λέει, αυτός υπακούει. Συνέχισαν να επιμένουν να μάθουν ποιος είναι και αυτός τους απάντησε πως: -Αυτός είναι ο Χρίστος μου. Ό,τι του λέω το κάνει. Ο καλύτερος υποτακτικός». Εννοείται πως και ο γέροντας έκανε ό,τι του έλεγε ο Χριστός (γέλια)• είναι η συμφωνία αυτή. Αν έχουμε καλή σχέση με τον αφέντη τον Χριστό, εμείς που είμαστε και Ορθόδοξοι, λύνονται τα προβλήματα. Αν βρεθεί δυσκολία, πέφτουμε στα γόνατα και τον παρακαλούμε. Ταπεινά και σιγανά, όπου και αν βρισκόμαστε. Κυρίως τροπικά, πέφτουμε στα πόδια και τον παρακαλούμε. Και ο Κύριος μας σηκώνει, δεν μας αφήνει κάτω. «Έν άνθρώποσιν ό Χριστός», γιατί μας πήρε πάνω του και μας διόρθωσε, μας θεράπευσε.

Επομένως, αυτοί που επιμένουν και λένε ότι είναι πνευματική κρίση πρωτίστως, έχουν δίκιο.

Είναι μόνο πνευματική, απλά την ονόμασαν και οικονομική για να μας... τρελάνουν. Όλα αυτά τα χρέη δεν είναι πραγματικά. Πλασματικά είναι τα περισσότερα. Εσείς τα γνωρίζετε καλύτερα. Εδώ, για παράδειγμα, γράφει λογιστικό χρήμα (σ.σ. διαβάζει κάτι σε εφημερίδα). Δεν πειράζει, όμως, καλό μας κάνει. Η Εκκλησία θεραπεύει. «Η Εκκλησία είναι το πανδοχείο», που λέει η παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Δέχεται  όλους, θεραπεύει όλους, και ο Χριστός είπε και μερικά πράγματα για να ωφεληθούνε όλοι. Φέρνεις στο αμήν τον άλλο και ο άλλος τι κάνει; Σηκώνεται και πάει όπως ο Ιάειρος, ο αρχισυναγωγός, που λέει και το Ευαγγέλιο. Αυτός ήταν αρχηγός της συναγωγής. Με τον Χριστό δεν είχε πολλά-πολλά. Θα έπρεπε να έχει (γέλια). Και όταν έφτασε το κοριτσάκι του να πεθάνει, τότε πήγε, γονάτισε στον Χριστό και τον παρακάλεσε. Άμα δεν ερχόταν αυτή η δυσκολία, δεν θα πλησίαζε ποτέ τον Χριστό.


Τον παρακάλεσε να έρθει σπίτι, γιατί πεθαίνει το κοριτσάκι και πρέπει να βιαστεί να το σώσει. Και πήγε ο Χριστός. Του είπανε στον δρόμο ότι το κοριτσάκι πέθανε και του είπε να μην στεναχωριέται, γιατί το κοριτσάκι του θα ζήσει. «Μόνο πίστευε και θα σωθείς». Όταν πήγε εκεί και έκλαιγαν όλοι, τους είπε ότι δεν πέθανε. Απλώς κοιμάται. Γι’ αυτό λέμε κοιμητήριο το νεκροταφείο. Επέμεναν όλοι ότι πέθανε, αφού το είχαν δει ότι πέθανε. «Σηκώνεται τώρα; Δεν σηκώνεται. Δεν έχουμε δει πεθαμένο να σηκώνεται» έλεγαν μεταξύ τους. Και ο Κύριος το σήκωσε. Λέει: «... ή παις, εγείρου». «Κοριτσάκι, σήκω», και σηκώθηκε. Τι τρυφερές λέξεις! «Ή παις». Σηκώθηκε και διέταξε ο Χριστός να της δώσουνε να φάει, γιατί με την αρρώστια είχε εξαντληθεί και θα πήγαινε πάλι να πεθάνει από την «αφαγανίλα» που έλεγε η μάνα μου, δηλαδή από την ασιτία. Έτσι επιστρέφει κανείς στις κανονικές λειτουργίες της ζωής. Η τροφή είναι εκείνη που μας συντηρεί στην ζωή και στις λειτουργίες της. Είναι μεγάλο δώρο η τροφή. Γι’ αυτό και την ευλογούμε την τροφή πριν την φάμε. Είναι εύλογη η τροφή.

Έχει λόγο υπάρξεως η τροφή.

Τώρα που λέτε για τροφή, μου ήρθε μία σκέψη. Ο Χριστός λέει ότι ο άνθρωπος δεν θα ζήσει μόνο με το ψωμί. Ο κόσμος γύρω μας —πάλι με την κρίση έχει σχέση αυτό— νιώθει αδικημένος. Όλοι νιώθουν αδικημένοι. Άλλος ότι του έκοψαν τον μισθό, άλλος την σύνταξη, άλλος ότι δεν έχει να φάει κ.ο.κ. Λέει ο Χριστός ότι «δεν θα ζήσεις μόνο με τον άρτο...» αλλά επίσης λέει ότι «... θα πρέπει να υπάρχει ο άρτος για να ζήσεις». Σε αυτούς λοιπόν που θέλουν να αρπάξουν τον άρτο του φτωχού, πώς θα πρέπει ο χριστιανός να αντιδράσει, αν πρέπει να αντιδράσει; Πώς πρέπει να το δει όλο αυτό;
Πρέπει να καταλύει την αδικία και να βοηθήσει με όποιον τρόπο προσφέρεται στην περίπτωση αυτή και στην στιγμή αυτή.

Πρέπει να καταγγέλλεται όμως η αδικία;

Πρέπει να καταγγέλλεται, βεβαίως. Το λέει άλλωστε ο άγιος Ιάκωβος σε επιστολή, που είναι κοινωνικό ευαγγέλιο αυτό, και τα έχει όλα μέσα. Λέει: «... ό μισθός των έργατών των άμησάντων τάς χώρας ύμών...» εκείνων που θέρισαν τα χωράφια σας - που δεν έχει πληρωθεί«... κράζει...» ενώπιον Κυρίου Παντοκράτορος. Είναι κράζουσα αδικία που λέμε. Κράζει και φωνάζει. «Και• άξιος ό έργάτης τού μισθού αυτού.» λέει ο Μωυσής και επαναλαμβάνει ο απόστολος Παύλος. Δεν γίνεται. Άλλωστε ο Παύλος το είχε πει στους Θεσσαλονικείς: «... ει τις ού θέλει έργάζεσθαι, μηδέ έσθιέτω» και το  στο Κρεμλίνο: «Ό μή έργαζόμενος, μηδέ έσθιέτω»• κάπως διαφοροποιημένο. Η εργασία  είναι προπτωτικός νόμος. Έβαλε τους πρωτόπλαστους στον παράδεισο την πτώση και τους είπε: «Εργάζεστε και φυλάσσετε έαυτόν». Να εργάζονται εκεί αλλά και να φυλάγονται. Από τι άλλο; Από τον δαίμονα, από τον εγωισμό τους. Πάει παντού αυτό. Το λες όπως θες... Όταν σταμάτησαν να εργάζονται -δεν ξέρω γιατί, δεν λέει το άγιο κείμενο, το αφήνει ανοιχτό- και άρχισαν να περιεργάζονται τον όφιν και το δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού, έπεσαν. Γι’ αυτό λέγανε οι αρχαίοι _* πρόγονοι: «Αργία μήτηρ πάσης κακίας». Στα χρόνια του αποστόλου Παύλου, πάλι, πίστευαν ότι «Κύριος έγγύς» και ότι θα έρθει η Δευτέρα Παρουσία σύντομα, στην Θεσσαλονίκη, σε πολλά μέρη, δεν εργαζόντουσαν. Περίμεναν να έρθει και καθόντουσαν έτσι, νηστικοί, και μαλώνανε. Περιμένανε να έρθει η Δευτέρα Παρουσία και δεν εργάζονταν. Δεν κάνανε τίποτα. Τους μάλωσε ο απόστολος Παύλος. «Ό Κύριος έγγύς» εννοεί και τον καθένα που φεύγει.

Για τον καθένα, όμως, που φεύγει από αυτή — ζωή, έχει γίνει η Δευτέρα Παρουσία. Είναι μερική κρίσις. Τώρα το πότε θα έρθει και τι θα κάνει, είναι κρυφός άσσος στο μανίκι του Θεού. Σκέψου να ξέραμε το πότε θα έρθει ή να βλέπαμε τι θα μας συμβεί στο μέλλον. Ξέρετε τι θα είχαμε; Αγωνία• αγωνία «οι άγχος. Ευτυχώς που δεν ξέρουμε. «Έχει ένας το κακό σπυρί» που λέγανε οι παλαιοί. Την αρρώστια την γνωστή, και υποφέρει. Του λέει ο γιατρός ότι θα ζήσει εννιά μήνες «αι μερικοί ζούνε και πεθαίνουνε από άλλα πράγματα. Έχεις αγωνία όμως τι θα συμβεί, τι θα γίνει, πώς θα πάει και ρωτάς και ξαναρωτάς τους γιατρούς, και είναι αυτό που  λέει στο Ευαγγέλιο: «... και πολλά παθούσα υπό πολλών ιατρών και δαπανήσασα τά _αρ’ έαυτής πάντα, και μηδέν ωφεληθείσα, αλλά μάλλον εις τό χείρον ελθούσα», και ξόδεψε ό,τι είχε και δεν είχε. Ήρθε μετά στον Χριστό και ακούμπησε με πίστη το άκρον του ιματίου Του και θεραπεύτηκε γιατί πήρε την δύναμη την θεραπευτική του Χριστού. Όταν έλεγε ο Χριστός: «Ποιος με ακούμπησε;» -ακούμπησε κάποιος με πίστη- λέει: Εγώ αισθάνθηκα δύναμη να φεύγει από πάνω μου και πήγε σε αυτόν».

Να! Η πίστη. Μεγάλη υπόθεση η πίστη.

Κάποιος θα αναρωτηθεί, πάτερ μου έχει ανάγκη ο Χριστός από την επιβεβαίωση την δική μας για το πόσο πιστεύουμε για να γίνει το καλό; Ή για να χορηγήσει το καλό; Γιατί θα πρέπει και να πιστεύουμε αλλά και να δείχνουμε αυτή την πίστη;

Λεν έχει ανάγκη Αυτός, την έχουμε εμείς. Ο Κύριος ξέρει και πριν Του ζητήσουμε τι ζητούμε. Το λέει σε ομιλία. Αλλά έχουμε ανάγκη εμείς για να φτιάξουμε σχέση. Να τα φτιάξουμε, να επικοινωνήσουμε. Να Του πούμε εμείς για την ανάγκη που έχουμε «αι να δούμε ποιος μπορεί να μας θεραπεύσει. Να είναι ευεργέτης μας, να είναι ο Κύριος  μας, να Τον αγαπάμε και να θυμόμαστε κάθε φορά να πηγαίνουμε σε Αυτόν και όχι σε άλλον. Όχι στην Τράπεζα π.χ. αλλά σε Αυτόν.

Χρειάζεται και αυτό, να μην τα'απολυτοποιούμε όλα. Η απολυτοποίηση είναι κακό πράγμα. Υπάρχει ο άρτος ο επιούσιος, που είναι καθημερινός και ο άρτος ο «υποούσιος». Και τα δύο χρειάζονται. Όταν τα απολυτοποιούμε, όπως τον άρτο τον καθημερινό, και κάνουμε τα πάντα μόνο για το ψωμί και τίποτα άλλο, τότε αυτό είναι κακό για τον εαυτό μας.  Αδικούμε τον εαυτό μας. Περιορίζουμε τον εαυτό μας στο ψωμί στο αλεύρι και στο  νεράκι δηλαδή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΟΑΤΗΡ ΑΝΑΝΙΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗΣ . Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΜΟΥ


 http://apantaortodoxias.blogspot.gr

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Η πραγματική εικόνα του εαυτού μας


Γνωρίζοντας έναν άγιο μέσα από το Απολυτίκιό του.



 Αν είχαμε την δυνατότητα να παρακολουθήσουμε κάθε μέρα τις ακολουθίες της εκκλησίας μας, θα παρατηρούσαμε την πληθώρα των Αγίων που τιμώνται και εορτάζουν. Πολύ συχνά μάλιστα δίνεται ιδιαίτερη λαμπρότητα, είτε γιατί πανηγυρίζει ένας ναός είτε γιατί τιμούμε τη μνήμη ενός σπουδαίου Αγίου είτε γιατί πρόκειται για μια μεγάλη εορτή της Ορθοδοξίας.

Τί ακριβώς όμως εορτάζουμε μια τέτοια ημέρα; Γιατί τιμούμε έναν Άγιο και τι γνωρίζουμε για αυτόν; Υπάρχουν πολλές πηγές από τις όποιες μπορούμε να αντλήσουμε πληροφορίες. Η πιο σύντομη είναι το απολυτίκιο, το οποίο γνωρίζει συχνά και ο πολύς κόσμος και το σιγοψάλλει μαζί με τους ψάλτες μέσα στην εκκλησία ή και έξω από αυτή. Πολλοί πιστοί γνωρίζουν να ψάλλουν το απολυτίκιο του Αγίου τους ή των μεγάλων εορτών της πίστεως μας.

Τί είναι όμως το απολυτίκιο; Πρόκειται για τροπάριο, ύμνο της εκκλησίας μας δηλαδή, που μπορεί να αναφέρεται, να εξιστορεί ή να δίνει πληροφορίες για τον Άγιο και την εορτή της ημέρας. Είναι μικρά κομμάτια με σαφή όμως νοήματα και το κυριότερο με πολύ ωραίο μουσικό άκουσμα.
Το απολυτίκιο ονομάστηκε έτσι, γιατί ξεκινάει να ψάλλεται κατά την απόλυση του εσπερινού και μετά την φράση του πρεσβύτη Συμεών, που επαναλαμβάνει ο ιερέας: "Νυν απολλύεις τον δούλον σου, Δέσποτα.." 

Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν τα Θεοτόκια, τα απολυτίκια εκείνα που είναι αφιερωμένα στην Παναγία και κλείνουν με "Και νυν και αεί..." την σειρά των απολυτικίων.

Τα απολυτίκια του Αγίου της ημέρας και ο Θεοτόκιον, εκτός από τον εσπερινό, θα ακούσουμε πάλι στην αρχή του όρθρου, μετά τον εξάψαλμο, ενώ του εορταζόμενου Αγίου ξανά στο τέλος της Δοξολογίας, πλην των Κυριακών. Απολυτίκια ψάλλονται επίσης και στη Θεία Λειτουργία μετά το Εισοδικό. Τις Κυριακές ειδικά, μετά την Είσοδο, ψάλλεται και το απολυτίκιο του Αγίου του ναού, ενώ στο ίδιο σημείο σε πολλούς ναούς συνηθίζεται ψάλλονται απολυτίκια Αγίων, των οποίων υπάρχουν στον συγκεκριμένο ναό είτε Ιερά Λείψανα είτε μια θαυματουργή Εικόνα. Σε Δεσποτικές εορτές, θα το ακούσουμε στο τέλος της Θείας Λειτουργίας αντί του" Είδομεν το φώς το αληθινόν..."

Τις Κυριακές τέλος, ακούγονται στην Εκκλησία τα αναστάσιμα απολυτίκια. Ξεκινούν κι αυτά στο τέλος του εσπερινού και επαναλαμβάνονται στον όρθρο και στη Θεία Λειτουργία. Υπάρχει ένα για κάθε ήχο της Κυριακής, αλλά και ολόκληρης της εβδομάδας που ακολουθεί.

Λόγω της σπουδαιότητάς του απολυτίκιο ψάλλεται σε τόνο χαρούμενο και ύφος πανηγυρικό, καθώς οι ψάλτες προσπαθούν να του δώσουν την λαμπρότητα που αρμόζει. Και οι πιστοί χρησιμοποιούν συχνά το σύντομο και περιεκτικό κείμενό του, για επικαλεστούν τις πρεσβείες του αντίστοιχου Αγίου.

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Ο Όσιος Παΐσιος ψάλλει στό Άγιον Όρος .


Να ξεκαθαρίζουμε το λόγο της προσέλευσής μας στην εξομολόγηση



 
π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Ο γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης έχει πει το εξής σημαντικό, τόσο για τους πνευματικούς όσο και για τον κόσμο που απευθύνεται στους πνευματικούς: «Πολλές φορές πηγαίνουμε στον πνευματικό, για να λύσουμε το πρόβλημά μας. Αυτό σημαίνει: Σε παρακαλώ μη μου μιλήσεις τώρα για τον Θεόν, μόνο βοήθησέ με να προσαρμοσθώ στη ζωή αυτή, να τακτοποιήσω τα θέματά μου, ώστε να μην υποφέρω, βοήθησε με, να συνδυάσω αυτό που θέλω, που σκέπτομαι ή που αγαπώ, με την δυσκολία που έχω.
Δεν πηγαίνουμε διότι μας ενδιαφέρει ο Θεός, παρ’ ότι εξομολογούμαστε, αλλά διότι μας ενδιαφέρει πώς να βρεθεί λύση».

Το «σημαντικό» βρίσκεται στο ότι μας αποκαλύπτεται η πραγματικότητα. Ασφαλώς, δεν είναι επιλήψιμο να καταφεύγουμε στους πνευματικούς για να εκθέσουμε το πρόβλημά μας, αναμένοντας κάποια λύση που θα δώσει φως στο σκοτάδι μας. Γιατί όμως να μπλέκουμε τη μετάνοια, που η εξομολόγηση ως μυστήριο την εκκλησιοποιεί γι’ αυτό και την ολοκληρώνει, με τα διάφορα προβλήματα της ζωής που μας ταλαιπωρούν μεν αλλά δεν είναι απαραίτητα αμαρτίες, ώστε να χρειάζεται το «πετραχείλι του παπά»;

Νομίζω είναι ουσιαστικό να ξεκαθαρίζουμε το λόγο της προσέλευσής μας, παρά να υποφώσκει η ανάγκη μας για ομαλή πορεία της ζωής πίσω από το λόγο μας «θέλω να εξομολογηθώ». Γιατί ο λόγος αυτός σημαίνει: «θέλω να βρω το Θεό μου που έχασα μέσα από τις αμαρτίες μου. Θέλω να επανέλθω στην «οικία του Πατρός» ως ο άσωτος υιός και να καθίσω στο Πατρικό τραπέζι, στηριζόμενος στην αγάπη Του που η δική μου μετάνοια θα ενεργοποιήσει εντός μου».

Ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ είπε πως «στους χίλιους που εξομολογούνται είναι ζήτημα αν οι πέντε μετανοούν». Δεν είναι αλήθεια;
Βέβαια, αρκετές φορές διάφορα προβλήματα της ζωής είναι αποτέλεσμα του λανθασμένου τρόπου ζωής, της αμαρτωλής δηλαδή κατάστασής μας. Όπως ένας ο οποίος κάνει καταχρήσεις (φαγητού, ύπνου, εργασίας κλπ) κι ο οργανισμός του κάποια μέρα αντιδρά με ασθένεια που τα συμπτώματα (πόνος, πυρετός κ.ά.) δείχνουν.

Αν η προσέλευσή μας στον πνευματικό πηγάζει από την ανάγκη να θεραπεύσουμε την ασθένεια – αμαρτωλός τρόπος ζωής – κι όχι μόνο να κατασταλούν προσωρινά τα συμπτώματα (να φύγει το άγχος και η αναστάτωση), τότε υπάρχει δυνατότητα για όντως νέα ζωή.
 Πόσο όμως είμαστε έτοιμοι κι αποφασισμένοι γι’ αυτή τη νέα ζωή που το ευαγγέλιο επαγγέλλεται; Αυτό θα το δείξει η εμπιστοσύνη και η αφοσίωση στο λόγο του πνευματικού, που θα πρέπει να δει πίσω από τα φαινόμενα τα γινόμενα και να δείξει οδόν σωτηρίας. Να αποκαλύψει π.χ. ότι πίσω από τις οικογενειακές συγκρούσεις κρύβεται το πείσμα να γίνει το δικό μας θέλημα· ότι το άγχος και το υπερβολικό στρες κρύβει απιστία· ότι οι σωματικές ασθένειες μπορούν να εκφράζουν ανεξομολόγητες αμαρτίες· ότι τα όποια προβλήματα μπορεί να τα δημιουργεί ο εγωκεντρισμός μας, η φιλαυτία μας.

Τελικά, το να πηγαίνεις στον πνευματικό μπορεί να σημαίνει αρχή νέας ζωής ή κρίση και κατάκριση, καθώς η προσέλευσή μας στο ποτήριο της Ζωής, τη θεία Κοινωνία, μπορεί να γίνει ή «εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον» ή «εις κρίμα ή εις κατάκριμα».



 https://proskynitis.blogspot.gr/

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΛΕΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ ΣΕ ΕΝΑ ΠΙΣΤΟ . ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΘΑΥΜΑ.


Χερουβείμ και Σεραφείμ,αφήστε λίγο τον Παράδεισο και ελάτε λίγο κοντά μου.




Είπε ό Γέροντας σε κάποιον:
- Νά μή στενοχωριέσαι. Θά κάνεις τις προσευχές σου, θά λες γλυκόλογα του Χριστού. Θά ζητάς άνυψώσεις μέσω των άγιων άγγέλων («τίς δώσει μοι πτέρυγας ώσεί περιστεράς και πετασθήσομαι καί καταπαύσω;» Ψαλμ. 54, 7).

Μεταφέρουν τον άγιασμό οί άγγελοι. Μόνο αυτοί μπορούν νά δοξάζουν τόσο τον Θεό.Είναι ειδικά φώτα, του πρώτου φωτός δεύτερα, πού ανακλούν τό πρώτο φώς. Έχουν:
α'. ιδιότητα να υμνούν τον Θεό.
β’. ιδιότητα να υπηρετούν τούς ανθρώπους («ό ποιών τούς άγγέλους αυτού πνεύματα καί τούς λειτουργούς αυτού πυρός φλόγα», Ψαλμός 103,4.
«Ούχί πάντες είσί λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν άποστελλόμενα διά τούς μέλλοντας κληρονομειν σωτηρίαν;»,Έβρ. 1, 14»).

Αυτά να σκεφτείς καί να τά επικαλείσαι. Όταν τα καλείς θα έρχονται. Είναι ή φύσις τους να μάς άγαπάνε.
Γιατί χαίρονται όταν τά καλούμε.Έχουν τέτοια λεπτότητα πού καί στην προστασία τους θέλουν να κάνουν μόνο οτι θέλει ό άνθρωπος.

Απαντούν στον διάβολο:
«Μέ επικαλέστηκε» καί τρέχουν όλο χαρά. Να τά επικαλείσαι, γιατί είναι πολύ άγιο πράγμα. Ή αγάπη τους είναι και θεραπευτική.

Όταν κάνεις τό βράδυ την προσευχή σου θα βάλεις καί ψαλμωδία κι όταν ή καρδιά σου γίνει άγαπητική να επικαλείσαι τίς μεγάλες δυνάμεις, Πανάγια Χερουβείμ -να δονείται ή καρδιά σου-  αφήστε λίγο τον Παράδεισο και ελάτε λίγο κοντά μου.

Μιμούνται τον Δεσπότη στήν άγαθοδωρία.Ή παρουσία τους εκπέμπει τέτοια ανάλαφρη μακαριότητα καί χαρά.

Ο γλυκύτατος Άγιος Νεκτάριος





Η τελευταία φώτογραφία του αγίου Νεκταρίου, 47 μέρες πριν την κοίμησή του, αποχωρώντας από το Μοναστήρι του και μεταβαίνοντας στο Αρεταίειο Νοσοκομείο

Απο τη ζωή του Αγίου Νεκταρίου


Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ: ΤΑΠΕΙΝΩΘΕΙΤΕ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΧΩΜΑ ΚΑΙ ΘΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΕΛΕΙΟΙ!




Σκοπός τής ζωής μας είναι νά γίνουμε τέλειοι καί άγιοι. Νά αναδειχθούμε παιδιά τού Θεού καί κληρονόμοι τής βασιλείας τών ουρανών. Άς προσέξουμε μήπως, γιά χάρη τής παρούσας ζωής, στερηθούμε τή μέλλουσα, μήπως, από τίς βιοτικές φροντίδες καί μέριμνες, αμελήσουμε τό σκοπό τής ζωής μας.

Η νηστεία, η αγρυπνία καί η προσευχή από μόνες τους δέν φέρνουν τούς επιθυμητούς καρπούς, γιατί αυτές δέν είναι ο σκοπός τής ζωής μας, αποτελούν τά μέσα γιά νά πετύχουμε τό σκοπό.

Στολίστε τίς λαμπάδες σας μέ αρετές. Αγωνιστείτε ν’ αποβάλετε τά πάθη τής ψυχής. Καθαρίστε τήν καρδιά σας από κάθε ρύπο καί διατηρήστε τήν αγνή, γιά νά έρθει καί νά κατοικήσει μέσα σας ο Κύριος, γιά νά σάς πλημμυρίσει τό Άγιο Πνεύμα μέ τίς θείες δωρεές.

Παιδιά μου αγαπητά, όλη σας η ασχολία καί η φροντίδα σ’ αυτά νά είναι. Αυτά ν’ αποτελούν σκοπό καί πόθο σας ασταμάτητο. Γί’ αυτά νά προσεύχεστε στό Θεό. Νά ζητάτε καθημερινά τόν Κύριο, αλλά μέσα στήν καρδιά σας καί όχι έξω από αυτήν. Καί όταν Τόν βρείτε, σταθείτε μέ φόβο καί τρόμο, όπως τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ, γιατί η καρδιά σας έγινε θρόνος τού Θεού. Αλλά γιά νά βρείτε τόν Κύριο, ταπεινωθείτε μέχρι τό χώμα, γιατί ο Κύριος βδελύσσεται τούς υπερήφανους, ενώ αγαπάει καί επισκέπτεται τούς ταπεινούς στήν καρδιά.

Άν αγωνίζεσαι τόν αγώνα τόν καλό, ο Θεός θά σέ ενισχύσει. Στόν αγώνα εντοπίζουμε τίς αδυναμίες, τίς ελλείψεις καί τά ελαττώματά μας. Είναι ο καθρέφτης τής πνευματικής μας καταστάσεως. Όποιος δέν αγωνίστηκε, δέν γνώρισε τόν εαυτό του.

Προσέχετε καί τά μικρά ακόμα παραπτώματα. Άν σάς συμβεί από απροσεξία κάποια αμαρτία, μήν απελπιστείτε, αλλά σηκωθείτε γρήγορα καί προσπέστε στό Θεό, πού έχει τή δύναμη νά σάς ανορθώσει.

Μέσα μας έχουμε αδυναμίες καί πάθη καί ελαττώματα βαθιά ριζωμένα, πολλά είναι καί κληρονομικά. Όλα αυτά δέν κόβονται μέ μία σπασμωδική κίνηση ούτε μέ τήν αδημονία καί τή βαρειά θλίψη, αλλά μέ υπομονή καί επιμονή, μέ καρτερία, μέ φροντίδα καί προσοχή.

Η υπερβολική λύπη κρύβει μέσα της υπερηφάνεια. Γί’ αυτό είναι βλαβερή καί επικίνδυνη, καί πολλές φορές παροξύνεται από τό διάβολο, γιά ν’ ανακόψει τήν πορεία τού αγωνιστή.

Ο δρόμος πού οδηγεί στήν τελειότητα είναι μακρύς. Εύχεστε στό Θεό νά σάς δυναμώνει. Νά αντιμετωπίζετε μέ υπομονή τίς πτώσεις σας καί, αφού γρήγορα σηκωθείτε, νά τρέχετε καί νά μή στέκεστε, σάν τά παιδιά, στόν τόπο πού πέσατε, κλαίγοντας καί θρηνώντας απαρηγόρητα.
Αγρυπνείτε καί προσεύχεστε, γιά νά μήν μπείτε σέ πειρασμό.

Μήν απελπίζεστε, άν πέφτετε συνέχεια σέ παλιές αμαρτίες. Πολλές απ’ αυτές είναι καί από τή φύση τους ισχυρές καί από τή συνήθεια. Μέ τήν πάροδο τού χρόνου, όμως, καί μέ τήν επιμέλεια νικιούνται. Τίποτα νά μή σάς απελπίζει.

Από τή σειρά τών φυλλαδίων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» τής Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής

http://www.agioritikovima.gr/

Ύμνος στους Αγίους αρχιστρατήγους και τις λοιπές ουράνιες Δυνάμεις (Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)




Ουράνιοι Αρχιστράτηγοι,
εσείς που άνωθεν επιβλέπετε με μεγάλη στοργή,
σκεπάστε μας με τις φτερούγες σας,
προστατέψτε μας με τη δύναμή σας.


Είσαστε οπλισμένοι με τη δύναμη του Θεού,
στεφανωμένοι με τη δόξα Του,
κρατάτε πύρινες ρομφαίες
για να θερίζετε τους δαίμονες.


Αστραπιαία, σαν ακτίνες φωτός
διασχίζετε τα σύννεφα,
τα σύννεφα του αέρα, όπου δίνετε μάχες,
παλεύοντας υπέρ του Θεού.


Ακούραστοι, άγρυπνοι φρουροί, χαριέστατοι,
ακαταπαύστως υπερίπτασθε
πάνω από τους ανθρώπους και όλη την κτίση,
πάνω από αναρίθμητους κόσμους.


Όλες οι κραταιές στρατιές του ουρανού
– οι ενάρετες λεγεώνες
με τα αγαθοποιά τάγματα των αγγέλων –
δικές σας είναι,
αδελφοί μας, κατά τον κοινό μας Πλάστη!


Θείοι αρχιστράτηγοι των ουρανίων Δυνάμεων,
οδηγήστε μας εκεί όπου πρέπει να αρθούμε,
στον θρόνο του Υψίστου Θεού,
ο Οποίος τα πάντα δημιούργησε εκ του μηδενός!


Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδος» -Νοέμβριος, εκδ. Άθως

 https://proskynitis.blogspot.gr/

ΠΩΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ Ο ΘΥΜΟΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΕΤΑΙ


Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Ένα από τα φοβερότερα Θαύματα του Ταξιάρχη Μανταμάδου .......


Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό στή μακρινή χώρα κάτω, στο Σουδάν. Στό αεροδρόμιο της πρωτεύουσας παρατηρείτο μια ασυνήθιστη κίνηση. Εκτός των κανονικών δρομολογίων, ανέμελα νιάτα, μαθητές, με τους εκδρομικούς σάκους των, είχαν γεμίσει τις αίθουσες του αερολιμένα. Μια σχολική εκπαιδευτική, αεροπορική εκδρομή, είχε προγραμματιστεί για την ημέρα αυτή. Σχολικά τραγούδια και χαρούμενες φωνές έσπαγαν το μονότονο βουητό των αεροπλάνων, που απογειωνόταν και προσγειωνόταν εις τον αερολιμένα. Και ξάφνου τα μικρόφωνα ανήγγειλαν;..
.
«Οι εκδρομείς και οι κύριοι συνοδοί αυτών να επιβιβαστούν εις το σκάφος. Το σκάφος σε 5 λεπτά απογειώνεται». Ένας χείμαρρος από νέα παιδιά όρμισε στον αερολιμένα και κατευθύνθηκε προς το αεροσκάφος. Σέ τρία λεπτά όλα ήταν έτοιμα για την απογείωση.

Ο Κυβερνήτης, ένας αθλητικός νέος, πού δεν απείχε πολύ στην ηλικία από τους νέους επιβάτες του, αλλά αριστούχος και ίσως ο καλύτερος και ο πλέον δοκιμασμένος της Εταιρείας, τους καλωσόρισε στο σκάφος και τους υποσχέθηκε ένα ωραίο ταξίδι. Όλα ήταν έτοιμα. Ο Κυβερνήτης έριξε μια -τυπική- τελευταία ματιά στά όργανα του σκάφους, δια του ασυρμάτου είπε ατό κέντρο το «Οκέϋ» καί έβαλε σε κίνηση τους κινητήρες. Το κέντρο του είπε τις τελευταίες πληροφορίες της μετεωρολογικής υπηρεσίας, πού ήταν πάρα πολύ καλές και του ευχήθηκε καλό ταξίδι. Σέ δύο λεπτά το αεροπλάνο φιλούσε για τελευταία φορά τη γη και ορμούσε με δύναμη στους αιθέρες, σαν ένα μεγάλο αρπακτικό πουλί, για να καταβροχθίσει την απόσταση των 500 μιλίων πού τους χώριζε με το αεροδρόμιο του προορισμού τους.

Το αεροσκάφος είχε διανύσει περίπου τα 100 μίλια και όλα έδειχναν ότι συμβάλλουν εις ένα ωραίο αεροπορικό ταξίδι, μέσα σε ένα καταγάλανο ουρανό. Οι επιβάτες δε, χόρταιναν να απολαμβάνουν το ωραίο θέαμα πού τους προσέφερε το μεγάλο ύψος. Κάτω από τα πόδια τους ένας πελώριος ανάγλυφος χάρτης, ζωντανός, με χωριά, βουνά, ποταμούς και πεδιάδες απλωνόταν. Η αεροσυνοδός δεν έπαυε να τους ξεναγεί και να τους ενημερώνει συνεχώς. Ο Κυβερνήτης έπαιρνε σειρά στο δικό του μικρόφωνο για να πιάσει συζήτηση με τους επιβάτες και να τους λέει τα μυστικά του αεροπλάνου και της τεχνικής του. Ήταν πράγματι ένα υπέροχο ταξίδι. Ο Κυβερνήτης άνοιξε τον ασύρματο και ζήτησε από το κέντρο το στίγμα του και τον καιρό. Αυτό με την σειρά του, του απάντησε και τον πληροφόρησε ότι μέχρι τέλους του ταξιδιού τους δεν προβλέπεται καμιά αλλαγή του καιρού. Έκλεισε τον ασύρματο και ζήτησε με το μικρόφωνο να μιλήσει με τους επιβάτες, όταν εμπρός του διέκρινε ένα κατάμαυρο σύννεφο. Έκλεισε το μικρόφωνο και έσφιξε το πηδάλιο να οδηγήσει το σκάφος κάτω από το σύννεφο και να μη χάσουν οι επιβάτες την οπτική επαφή τους με τη γη.


Ήταν κάτω από το σύννεφο όταν εμπρός του εμφανίστηκε δεύτερο, πλέον κατάμαυρο, με βροντές και αστραπές. Είχε πέσει σε καταιγίδα! Έδωσε ύψος στο σκάφος για να ξεφύγει, το ρολόι έδειχνε 8.000 πόδια, η καταιγίδα όμως δεν σταματούσε. Έδωσε και άλλο ύψος. Το ρολόι έδειχνε 10.000 πόδια, το μάξιμουμ της αντοχής του αεροπλάνου του, οι επιβάτες άρχισαν να θορυβούνται. Η ορατότης ήταν μηδέν. Το χαλάζι κτυπούσε σαν σφαίρες στα παράθυρα του σκάφους. Οι κεραυνοί και οι αστραπές φώτιζαν μόνον τον ουρανό σαν εχθρικό πυροβολικό που προσπαθούσε να τους καταρρίψει. Η αεροσυνοδός προσπαθούσε με ψυχραιμία να τους καθησυχάσει.

Το σκάφος σαν παιχνιδάκι μέσα στην φοβερή αγκαλιά της καταιγίδας, άρχιζε να τρίζει και το ρολόι έδειχνε 12.000 πόδια. Ο Κυβερνήτης ψύχραιμος άρχισε να κατεβάζει το σκάφος χαμηλά. 8.000πόδια, 6,000 πόδια, 5.000 πόδια, 4.000 πόδια, 3.000 πόδια, 2.000 πόδια, η ίδια κατάστασις! Στό φόβο μήπως προσκρούσει σε καμιά κορυφή βουνού, άρχισε πάλι να ανεβαίνει. Φτάνει στα 8.000 πόδια και ανοίγει τον ασύρματο να μάθει από τον πύργο ελέγχου το στίγμα του, πού βρίσκεται και να τους πληροφορήσει ότι έχει πέσει σε καταιγίδα, παρά τις καλές μετεωρολογικές ειδήσεις, αλλά διαπίστωσε ότι δεν λειτουργεί. Άνοιξε αμέσως το ραδιόφωνο, η ίδια σιγή. Ένα κρύο χέρι έσφιξε την καρδιά του. Άνοιξε το χάρτη και προσπάθησε μόνος του να προσδιορίσει τη θέση του.

Μάταιος κόπος. Με την προσπάθεια να ξεφύγει από την καταιγίδα είχε χάσει τον προσανατολισμό του. Στά μάτια του συγκυβερνήτου του άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια του πανικού. Ο Κυβερνήτης διάβασε μέσα στα μάτια του βοηθού του την αγωνία καί πριν του μιλήσει έκαμε ακόμα μία προσπάθεια με τον ασύρματο και το ραδιόφωνο. Μάταιος κόπος, η μεγάλη καταιγίδα παραδόξως τα είχε καταστρέψει! Προσπάθησε πάλι με τον χάρτη, το αυτό αποτέλεσμα. Σέ παρόμοιες καταστάσεις, το θάρρος και η ψυχραιμία του Κυβερνήτου, φέρουν καλά αποτελέσματα. Γύρισε στον συγκυβερνήτη του που τον κοίταζε ακίνητος, μαρμαρωμένος καί του ζήτησε ψυχραιμία, διότι η κατάστασή τους είναι πολύ κρίσιμη και πρέπει να αποφευχθεί ο πανικός των επιβατών. Ο πανικός όμως δεν απείχε πολύ από τους επιβάτες. Η αεροσυνοδός μη ξέροντας απολύτως την κρισιμότητα της κατάστασης, κατέβαλε κάθε φιλότιμη προσπάθεια να τους καθησυχάσει.

Πράγματι, η κατάσταση ήταν πάρα πολύ κρίσιμη. Ο κυβερνήτης, χωρίς προσανατολισμό, ασύρματο, ραδιόφωνο και στίγμα, μέσα στη φοβερή θύελλα που δεν είχε τέλος, δε μπορούσε να πιλοτάρει το σκάφος με σιγουριά. Άρχισε να κάμει κύκλους και να ανεβοκατεβαίνει, προσπαθώντας να βγει μέσα από την θύελλα. Το σκάφος τυφλά οδηγείτο από τον ψύχραιμο μέχρι στιγμής Κυβερνήτη. Όμως οι ώρες περνούσαν, θα έπρεπε να είχαν προσγειωθεί προ δυόμισι ώρες περίπου και ακόμη βρισκόταν στα ύψη. Τα καύσιμα άρχισαν να λιγοστεύουν επικίνδυνα. Καμιά βοήθεια, κανένα φωτεινό σημείο. Οι επιβάτες γνωρίζοντας εκ των προτέρων το χρόνο πού εχρειάζετο το ταξίδι τους και βλέποντας ότι έχουν καθυστερήσει πάρα πολύ, ξέσπασαν σε κλάματα και υστερισμούς, Ακόμη και η αεροσυνοδός έχασε τον έλεγχό της και δεν μπορούσε να προσφέρει καμιά βοήθεια στους επιβάτες.


Μάταια ο κυβερνήτης προσπαθούσε με το μικρόφωνο να τονώσει το ηθικό τους. Ο συγκυβερνήτης, ένα ράκος, ανίκανος να προσφέρει την παραμικρή βοήθεια. Μέσα στην αγωνία του ο κυβερνήτης ρίχνει την ματιά του στόν πίνακα των καυσίμων. Κρύος ιδρώτας τον περιέλουσε. Είχανε δεν είχανε ακόμη 20 λεπτά καύσιμα. Από την στιγμή αυτή άρχισε να κάμπτεται και αυτός. Του ήλθε να κλάψει! Κρατήθηκε. Σχεδόν ήτανε βέβαιος για την καταστροφή. Έβαλε τον αυτόματο πιλότο, έσκυψε πάνω στο πηδάλιο και αφέθηκε στο μοιραίο.

Σάν κινηματογραφική ταινία, στις τελευταίες αυτές στιγμές, περνούσαν από το μυαλό του όλα τα γεγονότα της ζωής του, από τα παιδικά του χρόνια. Σέ μια στιγμή ταράχτηκε. Μα βέβαια. Στήν οθόνη των σκέψεων του παρουσιάστηκε η Ελλάδα, η Μυτιλήνη, η Συκαμνιά. Ήταν Έλληνας και η μητέρα του κατάγεται από την Συκαμνιά της Μυτιλήνης, Θυμήθηκε που μικρός ήλθε στην γενέτειρα της μητέρας του, στήν Συκαμνιά, να γνωρίσει τη γιαγιά του, τους συγγενείς του. Θυμήθηκε ακόμη ότι η ευσεβής μητέρα του, του μιλούσε συνεχώς για τον θαυματουργό Ταξιάρχη του Μανταμάδου. Θυμήθηκε ότι μαζί της πήγε στον Μανταμάδο μικρός, για να προσκυνήσουν την θαυματουργό εικόνα του Ταξιάρχη.

Ένοιωσε το ρίγος που τότε ένοιωσε, όταν αντίκρισε την ανάγλυφη εικόνα του Αρχαγγέλου. Στ' αυτιά του, ζωηρά ακούγονται και τώρα τα λόγια, τότε, των γερόντων πού του έλεγαν: «ο Αράπης, παιδί μου, όταν τον καλέσεις με πίστη, (έτσι ακόμη και σήμερα λένε τον Ταξιάρχη, λόγω της μελανής εικόνας του), είναι πάντοτε κοντά σου, πρόθυμα να σε βοηθήσει, χειροπιαστά θαύματα έχουμε εμείς στους πολέμους». Αναρίγησε! Αναθάρρησε! Πίστευσε πραγματικά στον Μεγαλόχαρο και σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά, μέσα από την καρδιά του φώναξε με δύναμη «Ταξιάρχη μου, Αράπη μου, σώσε μας, σώσε μας και εγώ λαμπάδα ίση με το μπόϊ μου θα Σου ανάψω καί ολόχρυσο ομοίωμα του αεροπλάνου μας θα Σου κρεμάσω».

Την στιγμή αυτή, μέσα στό Γραφείο της Εκκλησίας των Ταξιαρχών, όπου μου αφηγείται τα περιστατικά ο Νικόλαος Χατζόγλου, ο κυβερνήτης του αεροσκάφους, σηκώνεται όρθιος, κατακίτρινος και τρέμοντας κάνει τον σταυρό του. Ζει ακόμη μια φορά τα περιστατικά τα μοναδικά της ζωής του και με κόπο συνεχίζει: «Τότε, εμπρός μου άνοιξαν τα κατάμαυρα σύννεφα και φάνηκε ο καταγάλανος ουρανός και όπως ανοίγει η αυλαία και φαίνεται το σκηνικό του θεάτρου, έτσι κάτω από τα πόδια μας, μέσα στον ήλιο λουσμένο φάνηκε το αεροδρόμιο του προορισμού μας. Έπιασα το πηδάλιο χαρούμενος και σε λίγο προσγειωνόμασταν ατό αεροδρόμιο. Έριξα μια ματιά στα καύσιμα και παρατήρησα ότι μας είχαν απομείνει ακόμη 5 λεπτά βενζίνη περίπου.



Με την πρώτη ευκαιρία πήρα την άδειά μου και σήμερα είμαι εδώ, Πάτερ μου, για να αποδώσω στον Άγιο, σωτήρα μας, την ευγνωμοσύνη και την λατρεία μας και να αποθέσω εμπρός Του με ευλάβεια το τάμα μου.

Στά χέρια του, που έτρεμαν, εμφανίστηκε ένα ολόχρυσο ομοίωμα αεροπλάνου. Ήταν το μεγάλο του τάμα. Τον κοίταξα με συγκίνηση. Στά δακρυσμένα μάτια του διέκρινες την ικανοποίηση πού νοιώθει κανείς όταν πραγματοποιεί μία μεγάλη του υποχρέωση. Ένιωσα τη γλώσσα μου βαριά για να μιλήσει. Τα μάτια μου να πονούν καθώς προσπαθούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα. Αρκέσθηκα μόνον να ψελλίσω το:

"Εχων Σέ προστάτην και βοηθόν,
φύλακα καί ρύστην της ψυχής μου της ταπεινής,
Μιχαήλ Πρωτάρχα καί Μέγα Ταξιάρχα,
εν ώρα του κινδύνου, Σύ μοι βοήθησαν".

Από το βιβλίο του πρωτοπρεσβυτέρου Ευστρατίου Δήσσου «Το ιστορικό και τα θαύματα του Ταξιάρχη Μανταμάδου»

http://stratisandriotis.blogspot.com

Το Μοναστήρι του Ταξιάρχη Μανταμάδου στη Λέσβο



Πασίγνωστος είναι ο Μανταμάδος για το μεγάλο προσκύνημα του Ταξιάρχη του. Η εκκλησία του Αγίου βρίσκεται σε μικρή απόσταση απ' το χωριό, σ' ένα ανοιχτό, ολόφωτο χώρο από ελιές και πεύκα. Ο αρχικός ναός χτίστηκε πριν από το 1700. Το 1879 ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων. Το εικόνισμα του Αγίου είναι ανάγλυφο, κατασκευασμένο από άγνωστο υλικό. Ο θρύλος αναφέρει ότι το φιλοτέχνησε ένας μοναχός, από πηλό και αίμα. Στην περιοχή υπήρχε παλιό μοναστήρι. Σε μια επιδρομή τους Σαρακηνοί πειρατές έσφαξαν τους μοναχούς. Γλίτωσε μονάχα ένας που είχε σκαρφαλώσει στη στέγη. Οι Αγαρηνοί τον κυνήγησαν. Αλλά όταν τον πλησίασαν είδαν μπροστά τους να έρχεται μια μανιασμένη θάλασσα που απειλούσε να τους καταπιεί. Τρομαγμένοι άφησαν τον καλόγερο και έφυγαν. Ο μοναχός, που απέδωσε τη σωτηρία του στον Ταξιάρχη, μάζεψε πηλό και με το αίμα των σκοτωμένων συνάδελφων του έφτιαξε το εικόνισμα του Αγίου.
Ο Ταξιάρχης είναι ο προστάτης Άγιος της περιοχής αλλά και όλης της Λέσβου. Ιδιαίτερα τον σεβόταν οι Τούρκοι για τα πολλαπλά του θαύματα. Φορούσε σιδερένια παπούτσια και έτρεχε παντού να προστατεύσει τους χριστιανούς. Η μορφή του εβένινου εικονίσματος πείθει ότι είναι έργο μιας φλογερής πίστης, ενός απλού ανθρώπου. Το σκοτεινό πρόσωπο είναι γεμάτο δύναμη καθώς προβάλλει μέσα απ' το αστραφτερό ασημένιο πλαίσιο. Ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου είναι το μοναδικό ανάγλυφο, εικόνισμα της Λέσβου. Ακόμα και σήμερα οι προσκυνητές τρέφουν ανάμεικτα συναισθήματα για αυτή τη μοναδική εικόνα. Άλλοτε αντικρίζουν το πρόσωπο του Αγίου πολύ άγριο και απόμακρο και άλλοτε πολύ ήρεμο και οικείο, πιστεύοντας ό,τι κατά αυτό τον τρόπο ο Άγιος προσπαθεί να τους περάσει διάφορα μηνύματα.
Στην εκκλησία του Αγίου φυλάγεται, σαν εθνικό και θρησκευτικό κειμήλιο, ο αρχιερατικός σάκος του εθνομάρτυρα Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε. Τον σάκο αυτό αγόρασε σε δημοπρασία ο μανταμαδιώτης μητροπολίτης Πορφύριος Φωτιάδης ο οποίος κατά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη ήταν Πρωτοσύγκελος των Πατριαρχείων. Μετά τον θάνατό του οι συγγενείς του τον δώρισαν στο Προσκύνημα. Υπάρχουν ακόμα, παλιό χρυσοκέντητο επιτραχήλιο του 1656, παλιά ευαγγέλια και εκκλησιαστικά βιβλία. Ανάμεσα στις εικόνες του ναού, αρκετές είναι του 16ου αιώνα. Η πηγή απ' την οποία αναβλύζει τα αγίασμα, θεωρείται απ' τις πιο αρχαίες της Λέσβου. Στο προσκύνημα υπάρχει και ο τάφος του μητροπολίτου Πορφυρίου με εντοιχισμένη πλάκα.

Το πανηγύρι του Ταξιάρχη γίνεται την Κυριακή των Μυροφόρων και παίρνει μεγάλη θρησκευτική λαμπρότητα. 



Χιλιάδες πιστών συρρέουν απ' όλα τα μέρη του νησιού με τις τεράστιες λαμπάδες τους και τα αναθήματά τους για να ευχαριστήσουν τον Άγιο. Το Πανηγύρι συνδέεται και με το αρχαιολατρικό έθιμο της ζωοθυσίας. 



Το ζώο σφάζεται αφού ευλογηθεί απ' τον παπά, πράο, χωρίς να προβάλλει καμία αντίσταση! 



Το έθιμο δείχνει πόσο παλιά είναι η λατρεία του Αγίου. Η εκκλησία γιορτάζει και στις 8 Νοεμβρίου.


αφιερώματα απο τους βοσκούς στον Αγιο Ταξιάρχη



http://www.zoiforos.gr/ για το κείμενο 

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Ἡ κραυγή τῆς σαλῆς: «Βγάλτε αὐτές τίς μεγάλες πέτρες!»




Ο λόγος για την περίφημη και περιλάλητη οσία Ταρσώ (4/7/1910–7/10/1989), την δια Χριστόν Σαλή που έζησε στην Κερατέα Αττικής, στη σύγχρονη βαβελική εποχή μας, με μία αφάνταστη και αδιανόητη για τους πολλούς ζωή και πολιτεία. Μια ζωή κυριολεκτικά γεμάτη εκούσιο μαρτύριο, θλίψη, πόνο, καρτερία, αφάνεια, αδοξία, φτώχεια, στέρηση, κατατρεγμό αλλά, και απερίγραπτο μεγαλείο αγιότητας και Χάριτος Θεού. Στην περίπτωση της Ταρσώς και στον πολύ συγκεκριμένο τρόπο που βίωνε εσωτερικά την «ζωοποιόν νέκρωσιν» του εαυτού της, φαίνεται να πραγματοποιείται ο αποκαλυπτικός λόγος του Κυρίου προς τον Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη (†1938): «Κράτα το νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι!». Όπως ο Άγιος Σιλουανός, έχοντας στη ψυχή του άσβεστη την φλόγα της αγάπης για τους κεκοιμημένους, αισθανόταν την ανάγκη της αδιάλειπτης προσευχής υπέρ των νεκρών που «ὑπῆρχαν ἐν βασάνοις», έτσι ακριβώς και η Ταρσώ, σε όλη τη διάρκεια της ζωής της και, μάλιστα, από την αρχή των νεανικών της χρόνων, είχε ζωντανή την αγάπη και έκδηλη την αγωνία της για τους κεκοιμημένους που υπόκεινται στα βάσανα της κολάσεως.
Συχνά, με όλη την δύναμη της ασθενικής της φωνής, έλεγε: «Τρύπα, αδελφοί μου!!… Ανοίξτε τρύπα, αδελφοί μου!!… Είναι ψυχές, από κάτω!!… Πολλές ψυχές!!… Από ’δω, μέχρι εκεί κάτω!!… (και έδειχνε ίσαμε κάτω την θάλασσα). Πλήθος!!… Οι πεθαμένοι, είναι απ’ όλα!!… Απ’ όλα, είναι!!… («Απ’ όλα»: δηλαδή, απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα αυτού του παροδικού κόσμου). Στα έγκατα του άδη, είναι!!… Δεν έχουν καλή στάση και πρέπει να τους βοηθήσουμε!!… Απ’ όλα, είναι: βουλευτές, γουναράδες, τσαγκάρηδες, έμποροι!!… Μη γελάτε!!… Οι ψυχές τους, ζητούν ν’ αναπνεύσουν, ν’ αναπαυθούν!!…».

Μ’ αυτόν τον έντονο και παραστατικό τρόπο, προέτρεπε να προσευχόμαστε για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Πολλοί, μάλιστα, επισκέπτες της είχαν ακούσει τη στεντόρεια προτροπή της: «Να!!… Εδώ!!… Κάτω από το χώμα σκάψτε!!… Είναι ψυχές και φωνάζουν!!… Βγάλτε αυτές τις μεγάλες πέτρες!!… Εδώ, σκάψτε!!… Είναι ψυχές και φωνάζουν!!… Βγάλτε αυτές τις μεγάλες πέτρες!!… Εδώ, σκάψτε!!… Ανοίξτε χώρο, οι ψυχές υποφέρουν!!… Θα σκάσουν αν δεν κάνουμε έστω μια τρυπούλα να παίρνουν αέρα!!… Θα με βοηθήσεις, αδελφούλη μου;!…».
 
Η αγάπη, η μέριμνα, η αγία και καλή αγωνία της Ταρσώς για τους κεκοιμημένους και τα αθέατα βάσανά τους, ήταν συγχρόνως και ένας τρόπος να συντηρεί την επαφή της με τη χώρα των αθέατων νεκρών και να συμβιώνει μαζί τους τις εμπειρίες του άδη. Κρατούσε –όπως και ο Άγιος Σιλουανός– το νου της στο βασίλειο του άδη, προσπαθώντας να «δει» από ’κει μέσα και τον εαυτό της. Με τον τρόπο αυτό, βίωνε την σωτήρια «νέκρωση» σε δύο επίπεδα: (1) στο χώρο των κεκοιμημένων αδελφών της και (2) στον καθημερινό χώρο των ζωντανών, στη ζωή της δικής της σαλότητας. Δύσκολα και ακατανόητα κεφάλαια για τον γλοιώδη και τρυφηλό προτεσταντικό χριστιανισμό που κυριαρχεί σήμερα, παντού!
Η οσία Σαλή του Χριστού Ταρσώ μ’ αυτό το σπαραξικάρδιο και δραματικό τρόπ
ο, προσπαθούσε να γίνει όσο το δυνατόν πιο εύηχη και πιο αντιληπτή στον υπναλέο κόσμο μας. Στον κόσμο, που υφαίνει η δική μας αναισθησία και αδιαφορία. Η ασίγαστη σάλπιγγα του φιλάνθρωπου λόγου της, είχε σαν σκοπό να καταρρίψει τα μεγάλα και αγέρωχα τείχη της Ιεριχούς: την υπερηφάνεια, την αναλγησία, την αναισθησία και την έπαρση της σύγχρονης ασυναίσθητης ζωής μας. Ο λόγος της, λειτουργεί αφυπνιστικά και εγερτικά. Μας εισάγει κατευθείαν μέσα στο Μυστήριο του Θανάτου και της Ζωής. Μας δείχνει ξεκάθαρα εκείνο τον συγκεκριμένο τρόπο της Χάριτος που, προφανώς εκλείπει από πολλούς σήμερα, φιλοτιμώντάς μας να γίνουμε άνθρωποι της αγάπης. Της αγάπης, που έχει και είναι μνήμη. Μνήμη, όχι εγωική, φίλαυτη, κενόδοξη, επιδερμική, υποκειμενική, φανταστική, στοχαστική και φιλοσοφική. Αλλά, μνήμη ουσιαστική, εσωτερική, πνευματική, προσευχητική, έμπρακτη. Μνήμη που, «ἐν τῶ Χριστῷ», σπάει το θλιβερό φράγμα του θανάτου. Διανέμει ζωή, φωτίζοντας κάθε ερεβώδη γωνιά του άδη· αυτής της κρυψώνας του νικημένου θανάτου. Μνήμη, που ταπεινή ρίζα και δοξασμένη κορφή της έχει την Θεία Ευχαριστία. Μνήμη, που βλασταίνει και πληροφορεί την καρδιά μέσα στην «ευχόμενη εκκλησία», μέσα στην Θεία Λειτουργία. Μόνο μέσα στη λειτουργική κιβωτό, όλα τα αγαπημένα μας πρόσωπα –είτε ζώντα είτε κεκοιμημένα είναι αυτά– καθώς και οι σχέσεις μας με αυτά, αποκτούν παλμό, ζωή, νόημα, ουσία, έννοια, προοπτική, ανάπλαση και αποκατάσταση.

Εγγίζουμε με λυτρωτική αίσθηση το επέκεινα (προς–)κομίζοντας με κάθε νοσταλγική και πεφιλημένη εγκαρδίωση το όνομά τους στην Αγία Πρόθεση, πριν την Θεία Λειτουργία. Ώστε να προσκομιστούν οι ψυχές τους, μία–μία, ονομαστικά, μέσα στο Άγιο Ποτήριο. Για να ενωθούν με τον Χριστό, τον Νικητή του Θανάτου και τον Αρχηγό της Ζωής. Γιατί, μόνο «διὰ τοῦ Χριστοῦ», «ἐν τῷ Χριστῷ» και «ἐκ τοῦ Χριστοῦ», θα δοθεί και θα παρασχεθεί το έλεος, η άνεση, η ανάπαυση, η απολύτρωση, η σωτηρία σε όλους αυτούς, που εμείς σκεφτόμαστε, αναπολούμε, θυμόμαστε, τιμούμε και σεβόμαστε. Και ενίοτε, καλώς ή κακώς, δικαιολογημένα ή όχι, απωθούμε, αρνούμαστε και εχθρευόμαστε.

Μόνο, λοιπόν, με την Αγάπη, τη Χάρη και το έλεος του Χριστού, αυτές οι τύμβιες παγερές «πέτρες» που βρίσκονται επάνω από τους προσφιλείς κεκοιμημένους μας, αίρονται, σηκώνονται, φυγαδεύονται, ελαφρύνονται, εξαϋλώνονται, εκμηδενίζονται. Μόνο με το αγαπητικό, το φιλάδελφο και φιλάνθρωπο «σκάψιμο» που παρέχει η ιερή μνήμη της Θείας Λειτουργίας και της δικής μας εγκάρδιας προσευχής, ανοίγονται όλες οι καταχθόνιες «τρύπες» και οι νεκροί μας μπορούν πια να «αναπνέουν», όπως έλεγε και η μακαρία Σαλή Ταρσώ. Και έτσι, αναπαύονται αιώνια. Και, μαζί τους, χαιρόμαστε αιώνια κι εμείς. Και κανείς δε λείπει σε κανέναν. Και όλοι συναντάνε όλους. Γιατί όλοι «ἐν Χριστῷ», είναι παρόντες, εκκλησιαζόμενοι και ενωμένοι, ζώντες και αθάνατοι, συγχωρεμένοι, άλυποι, χαρούμενοι, χαριτωμένοι και φωτοφόροι!…

[Ιωάννου Κ. Κορναράκη:
«Ταρσώ, η δια Χριστόν Σαλή»,
κεφ. στ΄, σελ. 129–131,
έκδοση Ιερού Κελλίου Αγίου Νικολάου Μπουραζέρη,
Άγιον Όρος, 20031.]

ΠΗΓΗ
http://www.paterikiorthodoxia.com

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ Ο ΕΝ ΔΡΑΜΑ (1901-1959) Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΣΤΙΣ 4 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ




Σε μία εποχή πού επικρατεί τόσο βαθύ σκοτάδι με έντονη διαφθο­ρά και υποκρισία, ή άγια μας Ορ­θόδοξη Εκκλησία δεν παύει τα­πεινά και αθόρυβα να καλλιεργεί πνευ­ματικά τα μέλη της, νά τα οδηγεί και νά τα μορφώνει εν Χριστώ και νά δημι­ουργεί τελικά τούς άγιους της. Αυτούς πού στηρίζουν και αρωματίζουν με τη ζωή τους τη μολυσμένη ατμόσφαιρα της κοινωνίας μας. Όχι μόνο κατά τούς παλαιούς χρόνους άλλά και σήμερα ή Εκκλησία μας συνεχίζει το έργο αυτό. Ιδιαίτερα καυχάται για τούς οσίους και ομολογητές της. Ένας από αυτούς και σύγχρονος είναι και ο ιερομόναχος και ομολογητής π. Γεώργιος Καρσλίδης από τον Πόντο, τον οποίο λίγους μήνες πριν - στις 18 Μαρτίου 2008 - ή άγια μας Εκκλησία με ειδική Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη ενέταξε επίσημα στο Εορτολόγιο της με τον τίτλο του οσίου και αγίου. Και πλέον θα τον τιμούμε κάθε χρόνο στις 4 Νοεμβρίου, ήμερα τής έκδημίας του. Εφέτος ο πρώτος ε­πίσημος εορτασμός τής μνήμης του τε­λέστηκε με ξεχωριστή λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια στην Ιερά Γυναικεία Μονή τής Αναλήψεως του Σωτήρος στο χωριό Σίψα τής Δράμας, την οποία είχε ο ίδιος ιδρύσει και όπου έζησε τα τελευταία 30 χρόνια τής ζωής του και όσιακά έκοιμήθη και ετάφη.

  Ό όσιος και ομολογητής Γεώργιος Καρσλίδης είχε την καταγωγή του από τα αγιασμένα χώματα τής Ανατολής. Γεννήθηκε στις αρχές του 20οΰ αιώ­να, το 1901, στην Αργυρούπολη του μαρτυρικού μας Πόντου. Έζησε συνο­λικά 58 χρόνια ομολογίας, θυσίας και προσφοράς έχοντας ως σύνθημα τής ζωής του «νά μη ζει για τον εαυτό του άλλά για τον Θεό και τούς ανθρώπους». Γονείς είχε τούς ευλαβείς Σάββα και Σοφία. Από αυτούς διδάχθηκε τη θε­οσέβεια. Νωρίς όμως έμεινε ορφανός και από τούς δύο γονείς του - ο πα­τέρας του σκοτώθηκε σε κάποια μάχη. Έτσι τον μικρό Αθανάσιο (αυτό ήταν το βαπτιστικό όνομα του Άγιου) ανέλαβε νά τον προστατέψει ή πιστή γιαγιά του. Αυτή του ενέπνευσε την αγάπη προς τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας και τη συνειδητή πνευματική ζωή. Με αυτή την ευλαβέστατη γιαγιά του σε ηλικία 7 ετών ο Αθανάσιος επισκέπτεται για πρώτη φορά την ιστορική Μονή της Παναγίας στον Σουμελά του Πόντου. Και εκεί το μικρό παιδί εναποθέτει την ελπίδα της ζω­ής του. Σύντομα ό­μως και ή γιαγιά του άνεχώρησε για τον ουρανό αφήνοντας του πολύτιμη κλη­ρονομιά μαζί με τη θεοσέβεια και μία φιλντισένια εικόνα τής Παναγίας - σε μορφή επιστήθιου εγκολπίου - την ό­ποια πλέον έφερε πάντα πάνω του ως οικογενειακό κειμή­λιο ευλάβειας και προστασίας.

  Ή σκληρή και βά­ναυση συμπεριφο­ρά του μεγαλυτέρου αδελφού του τον ανάγκασαν μαζί με τον παππού του νά φύγουν για τη Θεοδοσιούπολη τής Μεγάλης Αρμενίας. Δεν θα παραμείνει όμως για πολύ εδώ.

 Αισθάνεται μέσα του βαθιά δίψα για τον Θεό. Αυτόν ποθεί και σ' Αυτόν ε­πιθυμεί ν' αφιερωθεί. Ξεκινά λοιπόν μό­νος το μεγάλο του ταξίδι με όπλο του την πίστη, έχοντας μαζί του έκτος από την εικόνα τής Παναγίας, ένα σταυρό, ένα θυμιατό και το πιστοποιητικό τής γεννήσεως του. Διήνυσε περιπετειώδη πορεία μέσα από δύσβατα μονοπάτια και χιονισμένες εκτάσεις του Καυκάσου. Ό Κύριος τον προστάτευε συνεχώς. Αλλά και οι Άγιοι πού έπεκαλεΐτο και τούς ονόμαζε φίλους του, ήταν πάντα κοντά του και τον συνόδευαν, και κυρί­ως ο άγιος Γεώργιος.

Έφθασε στην Τιφλίδα τής Γεωργίας. Και από εκεί ή θεία Πρόνοια οδήγησε τα βήματα του σε γειτονικό μοναστήρι τής Ζωοδόχου Πηγής. Με ευγνωμοσύ­νη προς τον άγιο Θεό εισήλθε στον ά­γιο αυτό χώρο. Στο­λισμένος με την α­θωότητα, τη σύνε­ση, την αδιάκριτη πί­στη και τον φόβο του Θεού απέσπασε την αγάπη και τον σε­βασμό των συμμοναστών του. Στα διακονήματα πού του ανέθεσαν, τής ρα­πτικής, τής υφαντι­κής και τής μαγειρι­κής, υπήρξε υποδει­γματικός με ζηλευτή φιλεργία και αποδο­τικότητα. Αγαπούσε όμως πολύ και την αυστηρή άσκηση στον εαυτό του και την κακοπάθεια. Ζούσε για τον Θεό και χαιρόταν για ό­σα απολάμβανε εκεί. Και έλεγε: «Εγώ έτσι θα περάσω στη ζωή μου».

  Στις 20 Ιουλίου 1919 ο Αθανάσιος κείρεται μοναχός και λαμβάνει το όνο­μα Συμεών. Κατά την ιερή εκείνη ώρα τής κουράς του οι καμπάνες τής Μο­νής κτύπησαν από μόνες τους. Και θε­ωρήθηκε αυτό το γεγονός θείο σημείο τής εύνοιας του Θεού προς τον πιστό δούλο του, τον μελλοντικό Άγιό του. Ό μοναχός Συμεών πλημμυρισμένος από τη χάρη του Θεού συνεχίζει τώρα την άσκηση του ακόμη πιο υπεύθυνα, τηρώντας με ακρίβεια τις ιερές υπο­σχέσεις πού έδωσε στην κουρά του για αυστηρή παρθενία, αδιάκριτη υπακοή και πλήρη ακτημοσύνη.

  Όμως από το 1917 στη Ρωσία άρ­χισε νά μαίνεται ισχυρός ο άνεμος των διωγμών εναντίον τής Εκκλησίας του Χριστού από το αθεϊστικό καθε­στώς. Ό Χριστός «ξανασταυρώνεται» με τόσο σκληρά διατάγματα και διαγ­γέλματα, ώστε νά λένε: «Εμείς θα δι­ορθώσουμε τα λάθη του Διοκλητιανού και του Νέρωνος». Εκκλησίες βεβηλώ­νονται ή ισοπεδώνονται. Μοναστήρια πυρπολούνται ή κατεδαφίζονται. Μο­ναχοί και ιερωμένοι άλλά και λαϊκοί φυλακίζονται και βασανίζονται σκλη­ρά, γιατί παραμένουν πιστοί στην ορ­θόδοξη πίστη. Οι πρώτοι μάρτυρες κα­ταγράφονται στα Μαρτυρολόγια τής Ρωσικής Εκκλησίας. Ήρθε όμως και ή σειρά τής Γεωργίας. Το Μοναστήρι τής Ζωοδόχου Πηγής λεηλατήθηκε. Οι μοναχοί συνελήφθησαν. Τούς έκλει­σαν σε υγρή και σκοτεινή φυλακή, ό­που ήταν αναγκασμένοι νά ξαπλώ­νουν σε μία σανίδα κάτω ακριβώς από την όποια αναδύονταν οι οσμές ακα­θαρσιών από διερχόμενο υπόνομο.

  Ό ηγούμενος τής Μονής δεν άντεξε. Υπέ­κυψε και πέθανε μέσα στη φυλακή. Τον μοναχό Συμεών τον διαπόμπευσαν κάποια μέρα στους δρόμους και τον περιέφεραν δεμένο και χωρίς ρούχα, φωνάζοντας ειρωνικά γι' αυτόν: «Νά ο προφήτης!». Σταθεροί στην πίστη οι έγκλειστοι μοναχοί θέλησαν κάποιο Πάσχα και έψαλαν δυνατά μέσα στη φυλακή όλοι μαζί το «Χριστός Ανέστη». Ό διοικητής εξαγριωμένος διέταξε την καταδίκη τους. Αφού τούς φόρεσαν λευκούς χιτώνες, τούς οδήγησαν δεμέ­νους στην άκρη απόκρημνων βράχων. Και από εκεί τούς γκρέμισαν, Αφοί προηγουμένως τούς πυροβολούσαν ασταμάτητα. Ό μοναχός Συμεών δέ­χθηκε τρεις σφαίρες. Μία τον χτύπησε στο σιδερένιο περίβλημα τής εικόνας τής Παναγίας πού φορούσε, ή άλλη τον πήρε επιδερμικά στο λαιμό και ή τρίτη στα πόδια. Ό Όσιος σώθηκε θαυ­ματουργικά. Και τελικά του χάρισαν τη ζωή, γιατί υπήρχε νόμος πού έλεγε: «Νά αθωώνεται κάθε κατάδικος πού δέχεται τρεις σφαίρες όχι θανάσιμες».

    Όμως oi εχθροί της πίστεως δεν ησύχασαν. Απαιτούσαν από τον Άγιο να αρνηθεί την Ορθοδοξία του. Και ο Συμεών απάντησε με έντονη φωνή χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι του διοικητή: «Εσύ δεν έχεις εξουσία περισσότερη από τον Θεό». Γι’ αυτό φυλάκισαν τον Όσιο και πάλι, τώρα σε σκληρότερες και πιο απάνθρωπες συνθήκες. Εκεί μέσα στη φυλακή ο Άγιος ασθένησε βαριά, του έπεσαν τα δόντια και υπέφερε φρικτά στα πόδια του.
Ό πανάγιος Θεός όμως επεμβαίνει θαυματουργικά, και με παρέμβαση ευ­γενών ανθρώπων τής περιοχής εκείνης αποφυλακίζει τον δούλο του. Εξέρχεται ο Όσιος με τα «στίγματα» του μάρτυ­ρος και του όμολογητού. Με μορφή κα­ταπονημένη άλλά φωτεινή. Περιφέρεται τώρα ως διωκόμενος μοναχός. Ζει με εράνους...

Ό Κύριος καλεί τώρα τον πιστό δούλο του στο υπούργημα τής ίερωσύνης.

Χειροτονείται πρώτα διάκονος και στις 8 Σεπτεμβρίου 1925 χειροτονείται ιερεύς στον Άγιο Μηνά στη Γρούζια Σχέτα λαμβάνοντας το νέο του όνομα: Γεώρ­γιος. Με το όνομα αυτό θα δοξάσει τον Θεό τον υπόλοιπο χρόνο τής ζωής του. Ό όσιος ιερεύς π. Γεώργιος ήταν για όλους τούς ανθρώπους φως, δύναμη και παρηγοριά. Προικισμένος με το χά­ρισμα τής διορατικότητος απεκάλυπτε τα προβλήματα των ανθρώπων. Έδινε σοφές συμβουλές σε όλους και τούς καθοδηγούσε προς τον Χριστό. Ή φή­μη του ως άγιου άρχισε από εκεί νά α­πλώνεται... Και όταν από την Τιφλίδα ήρθε στο Σοχούμ, και εδώ ο κόσμος τον αγάπησε πολύ. Δεν έπαυσε δε ο όσιος Γεώργιος παρά τη φιλάσθενη κράση του νά συνεχίζει την ασκητική του ζωή μέσα στην πόλη μένοντας σε ένα απέριττο δωμάτιο πάμφτωχος και απαρνούμενος τις περιποιήσεις του κόσμου. Παρέμενε φτωχός άλλά ήταν πάντα πλούσιος σέ αγάπη και σε κα­λοσύνη, πού αντλούσε από τον μεγάλο Διδάσκαλο της αγάπης, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό!

Το 1929 ο όσιος Γεώργιος έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, πού τόσο αγαπούσε και επιθυμούσε. Αποβιβά­ζεται στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Και το 1930 εγκαθίσταται μόνιμα στο χωριό Σίψα (σήμερα Ταξιάρχες) της Δράμας. Εδώ ο πολύπαθος όσιος και ομολογητής ιερομόναχος π. Γεώργι­ος θα παραμείνει μέ­χρι το τέλος της ζωής του βαστάζοντας «έν τω σώματι του τά στί­γματα του Ιησού Χρι­στού».

Το 1939 έχτισε το τα­πεινό μοναστήρι του με τον ιερό ναό της Αναλήψεως και ένα φτωχό κελλάκι γι' αυ­τόν. Το 1941 τον συν­έλαβαν οι Βούλγαροι και τον οδήγησαν σε εκτέλεση. Τον άφησαν όμως ελεύθερο και έ­φυγαν έντρομοι, κα­θώς τον έβλεπαν εξαϋλωμένο νά προσ­εύχεται πριν τον θανατώσουν.

Καθώς περνούσαν τα χρόνια, στη συν­είδηση των ανθρώπων ο ιερομόναχος π. Γεώργιος Καρσλίδης έπαιρνε τη θέ­ση τού οσίου και του αγίου. Πλήθος κό­σμου, πολλοί μάλιστα από τη Δράμα, βαδίζοντας με τα πόδια έφθαναν στο Μοναστήρι τής Αναλήψεως. Άλλά και από πολλά μέρη τής Μακεδονίας και τής Θράκης κατέφθαναν εκεί άλλοι για νά ζητήσουν την ευχή τού Γέροντα και άλλοι νά αναπαυθούν κοντά του στο Μυστήριο τής ιεράς Εξομολογήσεως. Φωτισμένος από το Πανάγιον Πνεύμα, εξαγνισμένος από τη μακροχρόνια ά­σκηση και το μαρτύριο στον Πόντο, «πλημμυρισμένος από γνήσια και κα­θαρά αισθήματα αγάπης προς τον συν­άνθρωπο», μπορούσε νά καθοδηγεί με ασφάλεια τον απλό και κουρασμένο κόσμο και νά τον οδηγεί στη σωτηρία. Μιλούσε άπλά και σταθερά. Και φύτευε στις καρδιές των ανθρώπων την αγάπη προς τον Χριστό και την Εκκλησία. Ιδιαίτερα τόνιζε την άξια τής συγχωρητικότητος. Χτυπούσε κάθε μορφή διχόνοιας και καλούσε τούς αν­θρώπους νά συμφι­λιωθούν μεταξύ τους και με τον Θεό. Στον λόγο του πάντα συν­δύαζε την αυστηρότη­τα με την αγάπη χωρίς νά έχει ποτέ αστεία. Ή­ταν βαθιά ταπεινός στο φρόνημα του, άκακος και πραότατος.

Καλλιεργούσε το φιλακόλουθο πνεύμα τε­λώντας με ακρίβεια και ιεροπρέπεια κάθε ιε­ρή Ακολουθία τής Εκκλησίας μας. Κα­τά την ώρα τής θείας Λειτουργίας ήταν πάντα μεταρσιωμένος και συμβούλευε τούς πιστούς «νά είναι απερίσπαστοι και προσηλωμένοι στα τελούμενα, για νά αξιώνονται νά βλέπουν τα μεγαλεία τού Θεού».

Το κύριο χαρακτηριστικό τού Αγίου ήταν ή αγάπη. Γι' αυτό τον ονόμαζαν «ο άνθρωπος τής αγάπης». Ήταν ο ελεήμων και ο φιλόξενος. Συμμετείχε στα πένθη με παρήγορο και ενισχυτικό λόγο, διένεμε φαγητό σε φτωχούς, κάποτε ύφαινε ο ίδιος με τα χέρια του ρούχα για τούς άπορους.

Μαζί δε με αυτά δεν παρέλειπε ποτέ και την προσωπική του άσκηση και την κακοπάθεια, τη νηστεία του και τη μακρά και θερμή προσευχή του, παρ' όλο πού ήταν φιλάσθενος και έπασχε από χρόνια κρυολογήματα.

Ήρθε όμως και ή μεγάλη ώρα για νά αναχωρήσει ο Άγιος από τον κόσμο αυτό. Προαισθάνθηκε το τέλος του. Γα­λήνιος και ειρηνικός, αφού προσέφερε όλο τον εσωτερικό του πλούτο στους ανθρώπους, γεμάτος από την παρουσία του Θεού και αφού ατένισε με ευλάβεια την εικόνα τής Παναγίας και τής είπε: «Τής ευσπλαχνίας την πύλην άνοιξον ήμίν, ευλογημένη Θεοτόκε», άφησε την πνοή του στον Πλάστη του και πέταξε στον ουρανό στις 4 Νοεμβρίου 1959. Είχε διανύσει ο Άγιος 58 ολόκληρα χρόνια μαρτυρίας, ομολογίας, ασκή­σεως, αγάπης, αυτοθυσίας...

Κηδεύθηκε στη Μονή του με δάκρυα από τον πολυπληθή και ευγνώμονα λαό του Θεού. Και ετάφη δίπλα στον Ιερό Ναό τής Αναλήψεως πού ο Ίδιος εκεί με κόπο είχε κτίσει. Στις 9 Φεβρουαρίου 2006 έγινε ή ανακομιδή των ιερών χα­ριτόβρυτων λειψάνων του από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δράμας κ. κ. Παύλο, τα όποια ετέθησαν σε ιερή λει­ψανοθήκη για τον αγιασμό των πιστών. Πάμπολλα είναι τα θαύματα πού ο Κύριος με τις πρεσβείες του επιτελεί. Εκατοντάδες είναι οι προσκυνητές πού καταφθάνουν για νά αφήσουν στον Άγιο ικετευτικές δεήσεις για τα θέματα τους και ευχαριστήριες προσευχές για τα θαύματα του.

Ή ζωή του νέου Όσιου μας και όμολο-γητού άγιου Γεωργίου του Καρσλίδη συνεχίζει και στις μέρες μας νά μας συγκινεί και νά μάς διδάσκει. Μας καλεί νά βαδίσουμε και μείς τον δρόμο τής άγιότητος όπως ακριβώς και εκείνος τον έβάδισε μέσα από τον αγώνα τής ασκήσεως, την ομολογία τής πίστεως και τής έμπρακτης αγάπης. Αυτό μάς ζητεί ο Άγιος. Μην του το αρνηθούμε. Αυτό θέλει και από μάς ο Θεός μας.


Βιβλιογραφία: Μοναχού Μωυσέως Άγιορείτου, Ό μακάριος γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης (1901-1959), Έκδοσις Ί. Μονής Αναλήψεως του Σωτήρος, Ταξιάρχαι (Σίψα) Δράμας.

ΝΥΜΦΟΔΩΡΑ ΜΟΝΑΧΗ ΕΚ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ






Από το Μοναχολόγιο της Ιεράς Μονής Βηθανίας αντιγράφουμε ακριβώς ότι μιας απέστειλαν:
«Η Αδελφή Νυμφοδώρα έφθασε στη Βηθανία μαζί με τη Γερόντισσά της, Μοναχή Πελαγία, αλλά τελικά πήγαν στον Άγιο Αβραάμ (δίπλα στο Ναό της Αναστάσεως), όπου εργάστηκαν αρκετά χρόνια, ράβοντας ιερατικά άμφια και βοηθώντας στο πλύσιμο των ρούχων και σε άλλες εργασίες των Ναϊτών Πατέρων. Η Αδελφή Νυμφοδώρα ήταν όμορφη και σε μικρή ηλικία και η Γερόντισσά της την πρόσεχε πολύ, αλλά δυστυχώς, είχε ξεπεράσει το μέτρο! Παράδειγμα, της μουτζούρωνε το πρόσωπο με κάρβουνο όταν ήταν να πάει για δουλειά έξω, τη χτυπούσε, την έκλεινε στο κελί της. Το αποτέλεσμα ήταν, η Νυμφοδώρα να χάσει το λογικό της. Γυρνούσε στα Νεκροταφεία της περιοχής, ώσπου μια ημερα βρέθηκε έξω από την πόρτα του Μοναστηριού της Βηθανίας.
Ο Γέροντας είπε ότι ο Θεός την έφερε τη λυπήθηκε και την έβαλε μέσα, με δυο όρους που έβαλε η ίδια! Να μην πηγαίνει ούτε στην εκκλησία, ούτε στην τράπεζα! Έτσι καί έγινε.

Έμεινε σε ένα σπίτι μονή της. Φόρτωνε πέτρες στην πλάτη της με τον τενεκέ. Έπαιρνε δύο πέτρες και χτυπούσε το σώμα της και τα πόδια της αλύπητα. Έπαιρνε σχοινιά και έσφιγγε τους μηρούς της, με αποτέλεσμα να τρέχουν υγρά από τα πόδια της. Πήγαινε μια Αδελφή και την περιποιόταν. Επίσης, κοιμόταν έξω στο μπαλκόνι, στο κρύο τον χειμώνα! Το βράδυ έπαιρνε τη σκούπα και σκούπιζε το Μοναστήρι. Συνέχεια μιλούσε μόνη της, γελούσε, φώναζε…
Όταν της πήγαινε η Αδελφή το δίσκο με το φαγητό, από μακριά την έδιωχνε και της πετούσε πέτρες.
Ο Γέροντας  πήγαινε ντυμένος με τα άμφια για να την κοινωνήσει, με το ζόρι. Της διάβαζε εξορκισμούς. Αγωνίστηκε πολύ να γαληνέψει την ταραγμένη ψυχή της.

Τα πόδια της έφτασαν σε άσχημη κατάσταση και αναγκάστηκε ο π. Θεοδόσιος να την πάει στο Νοσοκομείο Γηροκομείο, στη Σύξη, για να την περιποιηθούν νοσοκόμες. Εκεί έμεινε αρκετό καιρό.
Γιατρεύτηκαν τα πόδια της. Έμαθε να περιποιείται τον εαυτό της και να μην τον ταλαιπωρεί.
Ερχόταν στο Μοναστήρι τις γιορτές.
Όταν είδε ο Γέροντας ότι είναι καλύτερα και μπορεί να ζήσει με τις Αδελφές που την περιποιούνταν, την κράτησε για πάντα στο Μοναστήρι.
Η Αδελφή Νυμφοδώρα σε πολλούς ανθρώπους έδινε την εντύπωση της κατά Χριστόν σαλής. Μιλούσε αλληγορικά ή μιλούσε μόνη της.

Γελούσε. Λερωνόταν πολλές φορές ή έκανε ζημιές, Ίσως για να τη μαλώσουν. Περπατούσε μέχρι τα τελευταία της. Λίγες ώρες πριν πεθάνει, έλεγε: Έχω υποχρέωση στον Θεοδόσιο»! Μια Αδελφή διάβαζε πλάι της
τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και η Νυμφοδώρα έλεγε το, «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε » και το «Αλληλούια». Είχε το λογικό της έως το τέλος.

Ήταν του Αγίου Γρηγοριου του Θεολόγου, Ημέρα Σάββατο (25 Ιανουάριου 1998) και κόντευε 2:15 μ.μ. περίπου, Την ώρα που στην Ιερουσαλήμ ετοιμάζονταν οι Πατέρες να κατεβούν στο Ναό της Αναστάσεως για τον Εσπερινό και να χτυπήσουν οι καμπάνες. Τότε παρέδωσε την ψυχή της στο Θεό. Ήρεμη, γαλήνια και το κελί της μύρισε ευωδία! Ο Φύλακας στον Πανάγιο Τάφο εκείνη την ώρα μύρισε νεκρολίβανο και είπε: «Κάποιος
πέθανε!».

Η Νυμφοδώρα δεν πάγωσε! Την ξημερώσανε  οι Αδελφές όλο το βράδυ στην εκκλησία και την άλλη ημέρα, τρεις Ιερείς και ένας Διάκονος έψαλαν τη Νεκρώσιμη Ακολουθία.
Πέθανε ως Μοναχή. Πολλοί πιστεύουν ότι ήταν σαλή. Η ίδια έλεγε πολλές φορές: «Πού σε πάνε τέσσερις και τρεις στραβοπαπάδες». Και γελούσε… Ήταν τυχαίο άραγε που είχε τρεις Ιερείς στην κηδεία της;
Όταν την κράτησε ο πατήρ Θεοδόσιος στο Μοναστήρι, αφού την πήρε από το Νοσοκομείο, ποτέ της δεν έχανε την ακολουθία και την κοινοβιακή τράπεζα! Δεν ήθελε να τρώει μόνη της.

Οι Αδελφές είδαν να επαληθεύονται τα λόγια που έλεγε. Τρεις φορές προείπε σε μια Αδελφή για κάποια δοκιμασία που πέρασε. Της είπε συγκεκριμένα: «Τι θα κάνεις; Υπομονή θα κάνεις «. Και τη χάιδευε. Επίσης, και σε κάποιο προσκυνητή που δεν τον γνώριζε, του είπε ποιο μάτι του δεν έβλεπε από προβλήματα υγείας! Σε έναν άλλον είπε μια ημέρα: Όσος είσαι στο ύψος, είσαι και στο βάθος». Και τον έκανε να αισθανθεί έλεγχο συνειδήσεως… Μια άλλη φορά, επιτίμησε αυστηρά μια φιλοξενούμενη καλόγρια που κατηγορούσε το Γέροντά της. «Το γονιό σου!» της έλεγε, «Ντροπή σου, ταπεινώσου». Πολλές φορές έπαιρνε τη ζώνη του πατρός Θεοδοσίου και τη φορούσε. Αυτός, όμως, διασκέδαζε με τον τρόπο της Αδελφής και χαμογελούσε. Αν τη ρωτούσαν από πού είναι η για τη ζωή της, νεύριαζε, δε συζητούσε. Όταν ζητούσαν την ευχή της, έλεγε
«Του σπιτιού», δηλαδή του Μοναστηριού.

Μετά, όταν κοιμήθηκε ο Γέροντας και πήγαινε στον τάφο του (όπως όλες οι Αδελφές), για να πάρει την ευχή, φιλούσε πολλές φορές τον τάφο του και του μιλούσε στην δική της γλώσσα: «Τρέξε, τρέξε… Μην κάθεσαι», του έλεγε.
Όλες οι Αδελφές την αγαπούσαν και αυτή αγαπούσε όλη την αδελφότητα. Όταν ήρθε η Γερόντισσά της στο Μοναστήρι – ήταν μετά από αρκετό καιρό που είχε έρθει η Νυμφοδώρα – δεν την ήθελε στην αδελφότητα. Μια ήμερα της είπε:
«Τρέλανες εμένα, θα τρελάνεις και αυτές;».
Ήταν πράγματι Μοναχή! Δεν τη αναζητούσε κανείς συγγενής της, ούτε με το τηλέφωνο, ούτε με γράμμα. Μόνο μία φορά ένας ανιψιός της την είδε για λίγα λεπτά, σαν περαστικός προσκυνητής.
Οκτώ ημέρες πριν την κοίμησή της είχε αλλάξει ο τρόπος της. Σε ότι τη ρωτούσαν για τη ζωή της απαντούσε! Όταν τη ρωτούσαν, όμως, «Πόσο χρονών είσαι;», εκείνη έλεγε «Είκοσι»! Ίσως, σε αυτή την ηλικία να είχε μπει στο Μοναστήρι.

Ήταν άραγε τυχαίο ότι είχε αλλάξει η συμπεριφορά της ή γνώριζε από Θεία πληροφορία ότι ήρθε η ώρα να αποχαιρετήσει το μάταιο και απατεώνα κόσμο και να περάσει στην αιωνιότητα;…
Η Αδελφή Νυμφοδωρα εκοιμηθη 25 Ιανουάριου του 1998. Το πρωί είχαμε Θεία Λειτουργία και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων! Ήταν ημέρα Σάββατο. Την Κυριακή εψάλη η Νεκρώσιμος Ακολουθία της».

http://apantaortodoxias.blogspot.gr

Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.